αναπληρωτής

[анаплиротис] ουσ. а. заместитель,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναπληρωτής" в других словарях:

  • αναπληρωτής — ο θηλ. ώτρια ο αντικαταστάτης: Αναπληρωτής του δημάρχου ήταν ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναπληρωτής — ο (θηλ. –ώτρια) αυτός που αναπληρώνει, που αντικαθιστά κάποιον, προσωρινός ή μόνιμος αντικαταστάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναπληρώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες ως απόδοση τού γαλλ. suppleant] …   Dictionary of Greek

  • τοποτηρητής — ο, ΝΜΑ [τοποτηρῶ] νεοελλ. 1. αναπληρωτής, αντικαταστάτης 2. εκκλ. αναπληρωτής επισκόπου σε σύνοδο νεοελλ. μσν. 1. (στο Βυζ.) πολιτικό αξίωμα τού οποίου ο κάτοχος αντικαθιστούσε τον αρχηγό σε όλες τις πολιτικές και στρατιωτικές υπηρεσίες 2.… …   Dictionary of Greek

  • Ταταρέσκου, Γκεόργκε — (1886 – 1957). Ρουμάνος πολιτικός. Σπούδασε στα πανεπιστήμια της Πράγας και του Βερολίνου. Διετέλεσε πολλές φορές υπουργός και στο διάστημα 1934 37 πρωθυπουργός. Το 1939 40 ήταν αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Εσωτερικών. Συνεργάστηκε με το …   Dictionary of Greek

  • τοποτηρητής — ο 1. αναπληρωτής, αντικαταστάτης άρχοντα κυρίως: Ο αντιβασιλιάς είναι τοποτηρητής του βασιλιά. 2. αναπληρωτής επισκόπου: Τοποτηρητής της Μητρόπολης Σερρών. 3. επίτροπος των υποθέσεων σωματείου, εταιρείας κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναπληρώνω — (Μ ἀναπληρώνω, Α ἀναπληρῶ, όω) 1. συμπληρώνω κάτι ελλιπές ή τό αντισταθμίζω με κάτι άλλο 2. παίρνω τη θέση κάποιου προσωρινά ή οριστικά, τόν αντικαθιστώ αρχ. Ι. ενεργ. 1. γεμίζω το κενό μέρος, καλύπτω, συμπληρώνω 2. πληρώνω ολόκληρο το χρηματικό… …   Dictionary of Greek

  • αντεπίτροπος — ο (AM ἀντεπίτροπος) ο αναπληρωτής του επιτρόπου νεοελλ. αξιωματικός της στρατιωτικής δικαιοσύνης, που αντιστοιχεί με τον αντεισαγγελέα της πολιτικής δικαιοσύνης …   Dictionary of Greek

  • αντιβασιλέας — και αντιβασιλιάς, ο (Α ἀντιβασιλεύς) αξιωματούχος που ασκεί εξουσία βασιλιά ως αναπληρωτής του νεοελλ. τίτλος ανώτατου διοικητή επαρχίας ή κτήσης ενός βασιλευόμενου κράτους …   Dictionary of Greek

  • αντικαταστάτης — ο κ. θηλ. τρια αυτός που αντικαθιστά κάποιον, αναπληρωτής. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντικαθίστημι, θιστώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1838 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

  • αντιπρόεδρος — ο ο αναπληρωτής του προέδρου (το αξίωμα: αντιπροεδρία). [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι * + πρόεδρος. Η λ. μαρτυρείται από το 1822 στα Έγγραφα της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Η λ. αντιπροεδρία (< αντιπρόεδρος) μαρτυρείται από τό 1871 στο Ελληνογαλλικό Λεξικό… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.